ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9. ΦΥΓΗ ΚΑΙ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9. ΦΥΓΗ ΚΑΙ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ

              

Βίλια  26η Ιανουαρίου 1080

Ώρα 14:20

Η ομάδα είχε ήδη αφιχθεί στην διασταύρωση του κεντρικού δρόμου του Θέματος με την άγουσα προς Βίλια οδό, μερικά μέτρα πριν από την πύλη εισόδου προς την τούρμα των Βιλίων, όταν συναπαντήθηκε με το αντιρρόπως, προς Μάνδρα κινούμενο  κάρο μεταφοράς υπηκόων. Το κάρο αυτό εκτελούσε δημόσια συγκοινωνία μεταξύ των τουρμών του Θέματος και κατά την εν λόγω χρονική στιγμή οδηγείτο από τον ιδιοκτήτη αυτού καραγωγέα, τον Εξ Οικονόμων Δημήτριο. Ο Δημήτριος είχε διακόψει την πορεία του κάρου προκειμένου να αποβάλει κάποιον αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης επιβάτη, ο οποίος επιμόνως και ακατανοήτως δεν ήθελε να καταβάλει τον αντίτιμο του αγωγίου. Η αποβολή του επιβάτη αυτού έλαβε χώρα με βάση τον ισχύοντα κανονισμό περί δημοσίων χερσαίων μεταφορών, δηλαδή μετά από ανηλεές μαστίγωμα και πλήρη εκγύμνωση αυτού. Ο Μοχθηρός έμεινε απαθής ως προς το ως άνω εξελισσόμενο θέαμα, περιοριζόμενος σε έναν χαμηλότονο χαιρετισμό προς τον Δημήτριο, ο οποίος έλαβε χώρα με την ανόρθωση του φρυδιού του αριστερού ματιού του.



Στην πύλη εισόδου, υποδέχθηκαν, την ομάδα, με χαρακτηριστική ραθυμία δύο χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί της τούρμας των Βιλίων, ο ένας από τους οποίους, κατά την στιγμή εκείνη, είχε παραχώσει τον δείκτη του χεριού του στην οπή του αυτιού του και έκανε επίπονες προσπάθειες να απεκβάλει ποσότητα βύσματος μαυριδερού κεριού από αυτήν. Θα πρέπει να αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι η φρουρά της τούρμας των Βιλίων, ουδεμία σχέση είχε με την πλήρως οργανωτικά συγκροτημένη στρατοχωροφυλακή των Ερυθρών. Τα μέλη της εν λόγω φρουράς προσλαμβάνονταν κατά προσωπική επιλογή του τουμάρχη Κωνσταντίνου Μακρυνόριου, με βάση αντικειμενικά κριτήρια στα οποία περιλαμβάνονταν το ποσοτικό μέγεθος των μελών των οικογενειών τους, και οι, κατά καιρούς, έγγραφες ευχαριστίες προς αυτόν. Η δε ένδυση αυτών ήταν λιτή δεδομένου ότι απαρτιζόταν από ένα μακρύ χιτώνα γιδοτόμαρου και ψάθινο καπέλο μετά γείσου.



Ενώ ο αξιωματικός συνέχιζε να καταβάλει άοκνες προσπάθειες να απαλλάξει το τριχωτό αυτί του από το κέρινο βύσμα, κινώντας με ρυθμική ταλάντωση εντός αυτού το δάκτυλό του, με ύφος, ρωμαίου καίσαρος απευθύνθηκε κοφτά στη τριμελή ομάδα.

- Τα χαρτιά σας βδελυροί Ερυθραίοι……………..

Ο Βαρβάς, έδειξε προς στιγμήν να υφίσταται απώλεια της ούτως ή άλλως ανύπαρκτης ψυχραιμίας του, δεδομένου ότι αποπειράθηκε να λάβει προς χρήση ένα ρόπολο με καρφιά, το φοβερό βαρδούκιο, από το μικρό οπλοστάσιο του κάρου. Όμως η παρεμβατική, έμπλεη φρονήσεως, κίνηση του Κουτσολέοντος, που συνίστατο στην άμεση επίδειξη των σχετικών εξουσιοδοτικών εγγράφων, έκαμε τον Βαρβά να υπαναχωρήσει.



Ο αξιωματικός αφού τροχάδην  διάβασε τα έγγραφα, κρατώντας μάλιστα τους παπύρους αντιστρόφως, δήλωσε προς την ομάδα. – Καλώς ήλθατε στην τούρμα των Βιλίων.  Στη συνέχεια με μία ανάλαφρη κίνηση του αριστερού του χεριού σήκωσε την κατασκευασμένη από σφένδαμο Ψάθας μπάρα προκειμένου να διέλθει η ερευνητική ομάδα. Όμως ο βαθμοφόρος φρουρός δεν περιορίσθηκε στην κίνηση αυτή, αφού ενεργώντας εντελώς ασυναίσθητα και με έλλειψη υπηρεσιακής ευθύνης, με περιπαικτική διάθεση, είπε απευθυνόμενος προς τον Μοχθηρό.



-         Και προσέχετε μπαίνοντας στην πόλη βρωμόκωλοι …….δείξτε λίγη αυτοσυγκράτηση στο κλανίδι……….



Η φράση αυτή προκάλεσε τόσο στον ίδιο, όσο και στον έτερο φρουρό ασυγκράτητους γοερούς ουρανομήκεις γέλωτες, οι οποίοι όμως αποτόμως διεκόπησαν λόγω της ιταμής ενέργειας στην οποία προέβη ο Βαρβάς. Ο υποδεκανέας, όντας εκνευρισμένος από τον ασταμάτητο γέλωτα των φρουρών και κυρίως από την αιτία, που τον είχε προκαλέσει, αφού ρούφηξε την μύτη του επί σκοπώ συγκεντρώσεως παχύρευστου υγρού πρασινοκίτρινου χρώματος, αποτελούμενου από νωπή βλέννα και πικρόγευστο σίελο, εξετόξευσε αυτό κατά των φρουρών. Το φοβερόν αυτό μείγμα αηδίας αφού κτοξεύθηκε σχημάτισε καμπύλη τροχιά και στην συνέχεια κατέπεσε στο πρόσωπο του φρουρού εκείνου, που συνέχιζε μετά πρωτοφανούς μανίας να εξορύσσει το αυτί του, ο οποίος και έμεινε χαρακτηριστικά άναυδος. Παρά τη γενομένη αυτή εξέλιξη ουδέν περαιτέρω συνέβη στην πύλη εισόδου και η ερευνητική ομάδα, συνέχισε τη πορεία της προς τα Βίλια.



Στα Βίλια, όπως εξ αφορμής δοθείσης προαναφέρουμε τουμάρχης ήταν ο Κωνσταντίνος Ο Μακρυνόριος. Την θέση αυτή διακατείχε επί σειρά πολλών ετών, γεγονός, που κυρίως οφειλόταν στις άριστες σχέσεις, που με μαεστρία διατηρούσε, τόσο με τον εκάστοτε Θεματάρχη, όσο και κυρίως με την αυτοκρατορική αυλή. Ο Κωνσταντίνος εφέρετο ως φανατικός οπαδός του Ευσταθίου και μαινιώδης θιασώτης της πολιτικής του, η οποία, μεταξύ πολλών άλλων, συνίστατο στο περιορισμό των εξουσιών των τουμαρχών και των υποστηριζόντων αυτούς συμβουλίων. Επιθυμώντας να διατηρήσει τις καλές του σχέσεις με τον Θεματάρχη, απέκρουε κάθε φωνή αυτονομίας, που εκπεμπόταν από την επικράτεια της τούρμας του, ερχόμενος σε ρήξη με το γενικότερο πνεύμα που επικρατούσε στα Βίλια, το οποίο δεν ήταν άλλο από την απόσχιση της τούρμας και την ένωση αυτής με τις τούρμες των Ερυθρών και των Βιλίων προς σχηματισμό αυτόνομου Θέματος. Ο Κωνσταντίνος δεν περιοριζόταν μόνο στην απόκρουση των οπαδών της αυτονομίας, αλλά και στην φυσική εξόντωση αυτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι προκειμένου να κατασιγάσει την αποσχιστική φωνή του ιερομονάχου Γκοτζούλεως, του εξ Αλεποχωρίου ορμωμένου, είχε δημοσίως ανασκολοπίσει αυτόν, αφού προηγήθηκαν φρικτά βασανιστήρια σε βάρος του.



Ο Μοχθηρός γνώριζε και μάλιστα πολύ καλά με ποιόν είχε να κάμει στην προκειμένη περίπτωση. Θεωρώντας ότι ο Κωνσταντίνος τελεί σε σχέση αγαστής συνεργασίας με την αυλή του Θεματάρχη και ως εκ τούτου πιθανώς και σε υπηρεσιακή σχέση εντολοδόχου αυτής, τον είχε κατατάξει στον κατάλογο των υπόπτων και μάλιστα σε πολύ καλή σειρά. Ο Μοχθηρός από την αρχή των γεγονότων είχε σχηματίσει εδραία πεποίθηση ότι τόσο η μόλυνση του νερού, όσο και οι φόνοι, ήταν απόρροια ενεργειών του Θέματος και των συνεργατών αυτού, προς πλήρη καθυπόταξη της Τούρμας των Ερυθρών. Με την πεποίθηση αυτή, που υπείχε αξιωματική θέση, στην δολερή του κρίση, θα προεβαινε στην εκτέλεση του ανακριτικού του έργου. Μία πεποίθηση που ήταν κοινή με αυτή του Βάλα και των λοιπών θλιβερών συμβούλων του.



Η ερευνητική ομάδα εισήλθε στην πόλη των Βιλίων, οι υπήκοοι της οποίας την υποδέχθηκαν με ανάμεικτα συναισθήματα. Αλλοι τους αντίκρυζαν με περιέργεια συνοδευόμενη με απέχθεια, άλλοι πάλι με χαρά συνοδευόμενη από ελπιδοφόρα προσμονή και άλλοι πάλι παντελώς αδιάφορα. Αφού κινήθηκαν στον κεντρικό δρόμο, έφθασαν στο ύψος του πανδοχείου του Τρελέοντος, φανατικού οπαδού του Θεματάρχη, λαμβανομένου υπόψη ότι πολλάκις ο Ευστάθιος και οι συμβουλεύοντες αυτόν συνοδοί του, μετά του Μακρυνορίου είχαν εκεί παρακαθήσει, προς ακόρεστη βρώση προβατίνας. Μάλιστα, στην πόλη και μεταξύ των καχύποπτων υπηκόων κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο αρχοντικός αυτός εσμός είχε καταναλώσει απειράριθμα κοπάδια μοιραίων προβάτων.



Ενώ συνέχιζαν την πορεία τους προς το διοικητήριο της πόλης με σκοπό το, μετά του Μακρυνορίου, συναπάντημά τους, η παρουσία ενός ευγενούς, που έτεινε την αριστερά χείρα του κάνοντας σχετική πράξη τροχονομίας, διέκοψε την κίνησή τους.



Ο ευγενής αυτός δεν ήταν άλλος από τον Γεώργιο Ρούμβακα, σύμβουλο της τούρμας και εντεταλμένο αφέντη της συνοικίας του Αγίου Νεκταρίου. Φορώντας την χαρακτηριστική για τους τοπικούς άρχοντες, άσπρη τσόχινη μπέρντα με βυσινί μπορντούρα και ψάθινο ημίψηλο καπέλο άνευ αντιηλιακού γείσου, στεκόταν στο ύψος του προαναφερόμενου πανδοχείου. Χωρίς να χάνει χρόνο απευθύνθηκε προς τον Κουτσολέοντα και τους χθαμαλούς συνοδούς του.



- Καλώς ήλθες άρχοντα, έχω αρμοδίως πληροφορηθεί, από τα μέλη του αενάως κινούμενου τάγματος του οσίου Ευλαμπίου του Καταδότου, τον λόγον της αφίξεώς σας. Επιθυμείτε να ομιλήσετε μετ΄εμού;

- Ο Κουτσολέοντας επιδεικνύοντας προσποιητή ευγένεια του είπε .­ Καλώς σε βρήκαμε άρχοντα …..ίσως κάποια άλλη στιγμή να τα λέγαμε πίνοντας μάλιστα ρακόμελι………..Ομως σήμερα έχουμε σκοπό να βρεθούμε με τον Κωνσταντίνο τον Μακρυνόριο………..



Με ύφος τεθλιμένου λασποβίωτου νεαρού βουβάλου, ο Γεώργιος αποκρίθηκε. – Λυπάμαι άρχοντα, αυτό που ζητάς είναι ανέφικτο. Ο τουμάρχης απουσιάζει εκτάκτως. Χθές το βράδυ ένα ασκέρι αυτονομιστών με επικεφαλής τον Εξ Αντύπων Σπυρίδωνα τον Κεφαλλήνα, επετέθησαν μετά δριμύτητος εις την, φίλα, προς τον Θαματάρχην, προσκείμενην αραβική συνοικία των Σουσανιδών στον οικισμό των Αιγόσθενων. Αμέσως επί του σημείου των γεγονότων έσπευσε με χάρη ινδονήσιου χορευτού ο σεβαστός τουμάρχης μας μετά πολυπληθούς φρουράς προς κατάπνιξη και εξαύλωση των τρομοκρατών. Μάλιστα πριν από λίγο έλαβα γνώση ότι οι θλιβεροί επαναστάται, κατόπιν σφοδρής αντεπιθέσεως της ημών φρουράς, ανεδιπλώθησαν και εγκατεστάθησαν στο εκεί κείμενο κάστρον, διοικητής του ο οποίου είναι ο γερμανός, τερατώδης στην μορφή, Μόρφατ…….



Ακούγοντας τα λόγια του Γεωργίου, ο Μοχθηρός ναι μεν εισέπραξε αρχικώς μία απογοήτευση λόγω της τοπικής απουσίας του, υπό ανάκριση,  τουμάρχη, στην συνέχεια όμως ένοιωσε χαρά για την παράτολμη, πλην όμως στρατηγικά αξιοσημείωτη, ενέργεια των επαναστατών αυτονομιστών.



-Σε ευχαριστούμε για την απόκριση και για τις πληροφορίες άρχοντα ………δήλωσε ο παντοτε υποκρινόμενος Κουτσολέοντας, ενώ ωσάν να μην έχανε ευκαιρία ο κοινωνικά θρασύτατος υποδεκανέας Βαρβάς, λαμβάνοντας την γνωστή αυθαίρετη πρωτοβουλία του, απευθύνθηκε προς του Γεώργιο ……….

- Δεν μου λες ωρέ θείο ………..για ποιό λόγο δεν βρίσκεσαι κι εσύ στο κάστρο της Ελένης της Ρουμελιωτίσσης, μαζί με τους λοιπούς ακολούθους της και γυροφέρνεις άσκοπα στα Βίλια;



Το ερώτημα αυτό, κατ΄αρχάς εντυπωσίασε τον Κουτσολέοντα, ως προς το εύλογο περιεχόμενό του και στην συνέχεια ξάφνιασε τον Γεώργιο, οποίος σπεύδοντας να απομακρυνθεί, και μάλιστα ταχέως, περιορίσθηκε να απαντήσει με μισόλογα λέγοντας -….Να εγώ ….τελευταί δεν πάω στο κάστρο, έχω καιρό να την δώ…..ίσως κάποιοι δεν με θέλουν ……δεν ξέρω.



Με το που έφυγε ο Γεώργιος, ο Κουτσολέων, σχολίασε, παίρνοντας το γνωστό σκοτεινό και αβυσσαλέο ύφος του. – Εχεις δίκιο Βαρβά…..κάτι τρέχει εδώ ………..κάτι μυρίζει….. Φεύγουμε για τον οικισμό των Αιγοσθένων, αυτόν, που οι βάρβαρου δυτικοί αποκαλούν με την επαίσχυντη  επωνυμία Πόρτο Γερμενό…………



Όλα αυτά εξελίσσονταν στο συγκεκριμένο τοπικό σημείο της πόλης  των Βιλίων, υπό τους οφθαλμούς και τα ώτα του εγγύς ευρισκόμενου, πλην όμως επαρκώς κρυπτόμενου Βότσεως του Αριστοτέλους, εμπίστου απεσταλμένου του Θεματάρχη, ο οποίος με απύθμενη βουλιμία, συνέτασσε, επί παπύρου σχετική έγγραφη αναφορά.





Φθάνοντας στα Αιγόσθενα και συγκεκριμένα στο ύψος του κάστρου, η ερευνητική ομάδα, βρέθηκε μπροστά στην μαινόμενη πολιορκία. Οι συγκρούσεις μεταξύ πολιορκητών και πολιορκημένων ήταν σκληρές και σφοδρές. Οι  πολιορκητές, φρουροί του πιστού στον Θεματάρχη Μακρυνόριου, εκτόξευαν, κατά των εντός του κάστρου πολιορκούμενων, εκτός από βέλη και ακόντια, λίθους, κεράμους, κλαδιά κλαίουσας ιτιάς, σάπια ψαροκέφαλα και ψόφια ορτύκια. Οι πολιορκούμενοι, ενεργώντας υπό τις ρητές και κοφτές διαταγές σε σπαστά ελληνικά του γερμανού Μόρφατ, έρριπταν κατά των πολιορκητών καυτό λάδι θυλυκής άτεκνης μουρούνας, ριπαρές προβιές αιγοπροβάτων, πτώματα εφήβων θαλασσίων ελεφάντων και κυρίως κόπρανα λεχώνας γοργόνας.



Κατά την διέλευση του κάρου της τριμελούς ομάδας από το σημείο της πολιορκίας, τα μέλη της αφού επέδειξαν πλήρως επιτηδευμένη αδιαφορία και καμία πρόθεση ανάμιξης, στάθηκαν μπροστά σε ένα πρόσκαιρο αναπαυόμενο, κατάμεστο από ριπτόμενα κόπρανα, φρουρό – πολιορκητή και ο Κουτσολέων τον ερώτησε ­– Που βρίσκεται ο διοικητής σας ……….ο ακατανίκητος Μακρυνόριος;



- Δεν ξέρω δέσποτα….δεν ξέρω ….έχει εξαφανισθεί εδώ και μία ώρα από το πεδίο της μάχης…… απάντησε καταπτοημένος ο φρουρός.



- Ξέρω όμως εγώ ……..και μάλιστα πολύ καλά ……….. Ακούστηκε μία διαπεραστική γυνακεία φωνή. Ηταν η, των Αναστασίων Μαρία, ιδιοκτήτρια παρακείμενου καπηλειού, της  οποία το ύφος πρόδιδε ευχαρίστηση ως προς την έλευση της ομάδας.



Δεν πρόλαβαν να κατευθυνθούν προς την Μαρία, προς λήψη περισσότερων λεπτομερειών ως προς τον ακριβή εντοπισμό του τουμάρχη, όταν αυτή ανερυθρίαστα, περαιτέρω δήλωσε……..- Είναι κρυμμένος στο καπηλειό με τον διακριτικό τίτλο «Η φωλιά του Κούκιου» και απολαμβάνει το γεύματο του………



Πριν αποχωρήσουν από το συγκεκριμένο σημείο, ο Βαρβάς, αφού έλαβε ένα ασκί με δείγμα μολυσμένου ύδατος, έτεινε αυτό προς τον προσκαίρως αναπαυόμενο φρουρό λέογνοτάς του. – Να πάρε νεράκι να ξεδιψάσετε εσύ κι οι σύντροφοί σου. Ο ανυποψίαστος φρουρός πήρε και άρχισε να πίνει καλώντας προς τούτο και τους συμμαχιτές του.



Η ομάδα έσπευσε στο υποδειχθέν υπό της Μαρίας καπηλειό και τα εισερχόμενα εντός αυτού μέλη της αντίκρυσαν μόνον του τον τουμάρχη να κατασπαράζει έναν γιγαντιαίο ροφό.



Ο τουμάρχης, χωρίς να αιφνιδιαστεί, αντικρύζοντας τον Κουτσολέοντα, με το χαρακτηριστικό υποκριτικό του ύφος, του είπε.

­- Εεεεε ……….αδελφέ….που είσαι καλώς ήρθες στα μέρη μας, κόπιασε στο πτωχό τραπέζι μου.



Παραλείποντας την ανταπόδοση φιλοφρόνησης και χωρίς να χάνει χρόνο ο Μοχθηρός, με ένα απλό νεύμα της κεφαλής, φάνηκε να δίνει μία ρητή και ανέκκλητη εντολή προς τους συνοδούς του. Αμέσως ο Βαρβάς και ο Νικόλαος, όρμησαν κατά του Μακρυνόριου, άρπαξαν αυτό από του τραπέζι του γεύματός του, του αφαίρεσαν την πολεμική γαλότσα από το δεξί πόδι, που κατά την περίσταση είχε υποδηθεί και στη συνέχεια, από το ίδιο πόδι του έβγαλαν και την κάλτσα, την κατασκευασμένη από λαγότριχα. Ενώ ο Μακρυνόριος έσκουζε από αγανάκτηση, ο Κουτσολέων έβγαλε από το ειδικό σακκίδιο το τσαρούχι από γορουνοτόμαρο, που είχαν βρεί στο Βεργουτιάνι οι αρχόντισσες της τούρμας των Ερυθρών και αποπειράθηκε να του το εφαρμόσει στο ήδη απογυμνωμένο λεπτεπίλεπτο πόδι του. Η προσπάθεια όμως του Κουτσολέοντα κατάστη μάταιη, καθώς ο ίδιος διαπίστωσε ότι το τσαρούχι αυτό δεν μπορούσε να χωρέσει στο ευμεγέθες ποδάρι του Κωνσταντίνου. Απογοητευμένος από το αποτέλεσμα αυτό ο Κουτσολέοντας, και  πλήρως αδιαφορώντας για τις βροντερές διαμαρτυρίες του Μακρυνορίου, είπε στους συνόδούς τους – Πάμε να φύγουμε ………δεν είναι αυτός.



Η ομάδα εξερχόταν ήδη την πύλη του καπηλειού, όταν ο Μακρυνόριος άρχισε να εκτοξεύει απειλές κατά τον μελών αυτής.



- Θα σας κανονίσω ρε κερατάδες……..θα τα πώ στον Ευστάθιο….θα σας κανονίσει εσάς και τον βλάκα τον Βάλα, που μου κάνατε τέτοια ταπείνωση μαλάκες……θα σας παλουκώσω όλους……..



Αντί άλλης απαντήσεως ο Βαρβάς, αφού αξιολόγησε της αξιοπιστία των εκτοξευόμενων απειλών, κάνοντας για μία ακόμη φορά επίδειξη του χαμερπούς χαρακτήρα του, ρεύθηκε κατά ριπάς καταδεικνύοντας τον σταρχιδισμό, που διέκρινε τον χαρακτήρα του.



Στην συνέχεια η ομάδα απομακρύνθηκε και φθάνοντας στο σημείο της πολιορκίας, αισθάνθηκαν έντονα την δυσωδία του εξέπεμπαν οι, μετά την κατάποση του μολυσμένου ύδατος, ακαταπάυστως και βροντωδώς περδόμενοι πλέον πολιορκητές.  



Ενώ η ομάδα έπαιρνε το δρόμο για τα Βίλια και από εκεί την έξοδο από την τούρμα με κατεύθυνση την Οινόη , ο Κουτσολέων, όντας και πάλι απαθής και ανέκφραστος, ερώτησε τον Νικόλαο – Πως τα βλέπεις τα πράγματα οιωνιοσκόπε;



-Μαύρα και θολά δέσποτα…… Αυτά είπε χωρίς καμία περαιτέρω εξειδικευμένη παρατήρηση και η ομάδα συνέχισε την πορεία της……

                      

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14. ΘΡΗΝΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18. ΜΙΣΟΦΑΓΩΜΕΝΗ ΠΕΣΚΑΝΔΡΙΤΣΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17. ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΛΕΜΟΥ & ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ