ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8. ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΣΤΑΤΗ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8. ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΣΤΑΤΗ
              
Ερυθρές  26η Ιανουαρίου 1080
Ώρα 13:18
Ηταν ήδη περασμένες μία το μεσημέρι, όταν η ερευνητική ομάδα, ολοκλήρωνε και τις τελευταίες τεχνικές λεπτομέρειες της απαιτητικής της προετοιμασίας. Ο Βάλας της είχε παραχωρήσει το μεγαλύτερο σε χωρητικότητα  κάρο της τούρμας, εντός του οποίου είχαν τοποθετηθεί  προμήθειες σε τροφή και όπλα κάθε είδους, στα οποία περιλαμβάνονταν η δίμετρη σπάθα του Μοχθηρού, φονικά βαρδούκια, τόξα  από ευλύγιστη φλούδα παραποτάμιας ιτιάς και ανθρωποβόρα βέλη με αιχμές εμποτισμένες από ισχυρό δηλητήριο, που είχε παρασκευάσει για την περίσταση με μαεστρία ο Αναστάσιος ο Βοτανοσυλλέκτης. Στις προμήθειες περιλαμβάνονταν σε επαρκείς ποσότητες και διαφόρων ειδών όργανα βασανιστηρίων, που θα εξυπηρετούσαν τα ανακριτικά καθήκοντα της ομάδας. Επίσης, αφού προηγήθηκε μία σεμνή τελετή παράδοσης παραλαβής, ο Βάλας κατασυγκινημένος παρέδωσε στον Μοχθηρό και το ινδικό ελεφαντοτόμαρο δίνοντας την ευχή να το επιστρέψουν γεμάτο από τους ενόχους των, προς το παρόν ακαταλόγιστων, παράνομων πράξεων. Το κάρο θα οδηγείτο από τον Βαρβά, που είχε την φήμη δεινού καραγωγέα, με συνοδηγό τον Νικόλαο των Διολετιδών, στον οποίο είχαν ανατεθεί και πρόσθετα καθήκοντα φορτοεκφόρτωσης. Ο Κουτσολέων, ως επικεφαλής της ομάδας, θα ίππευε, το δικό του υπερήφανο μαύρο άλογο, τον Αδάμαστο, το οποίο είχε ανατραφεί με ιδιαίτερη φροντίδα στο φημισμένο ιπποφορβείο του Κωτσοφιλείου Ιδρύματος, τρώγωντας αποκλειστικά σανό, που προμήθευε η συντεχνία των Ντομουζαίων.

Η ομάδα, λίγο μετά τις 1:30 το μεσημέρι, αναχώρησε από τον χώρο του διοικητηρίου της τούρμας, και άρχισε να διασχίζει τον κεντρικό δρόμο της πόλης με κατεύθυνση της πύλη εξόδου προς τα Βίλια. Κατά τη διέλευση της στον κεντρικό δρόμο, τα μέλη της ομάδας αντίκρυσαν πράγματα πρωτοφανή να εξελίσσονται στην πόλη, Πράγματα, που δημιουργούνταν από την επιβολή των μέτρων κοινωνικού αποκλεισμού λόγω της επιδημίας, που είχε άξαφνα ενσκύψει, στα οποία περιλαμβάνονταν, απαγόρευση εξόδου και συναθροίσεων υπηκόων, αναστολή λειτουργίας των πανδοχείων και των καπηλειών, επιβολή ιδιαίτερης ένδυσης από αντισηπτικά γατοτόμαρα σε αυτούς, που κατ΄εξαίρεση κυκλοφορούσαν. Πράγματα, που κυρίως δημιουργούνταν και από τις ποινές, που επιβάλλονταν πάραυτα και δημοσίως στους παρανομούντες, όπως ευγενικές συστάσεις προς τους ανυπάκοους ευγενείς και ανασκολοπισμός για τα απείθαρχα μέλη των κατώτερων και κατώτατων κοινωνικών στρωμάτων, ραβδισμός και μαστίγωση, καθώς επίσης και δημόσια διαμπόπευση.

Τον πρώτο άνθρωπο, που αντίκρυσε η ερευνητική ομάδα κατά την διέλευση της από τον ερημικό κεντρικό δρόμο ήταν ο διοικητής της στρατοχωροφυλακής Αθανάσιος Κομνηνός, ο οποίος επικαθήμενος επί υψηλής πολυθρόνας, με μαξιλάρια παραγεμισμένα από πούπουλα γέρικων γερακιών, επόπτευε την εφαρμογή των μετρών.

Λίγο πιο πέρα κυκλοφορούσαν ανά περιπόλους των δύο ατόμων τα μέλη της ένδοξης τοπικής στρατοχωροφυλακής, που φορούσαν γάντια από υμένα δικάμπουρης καμήλας και ένδυση από μπόλια μονοετούς αμνού. Η κυκλοφορία, όμως αυτή δεν απέτρεπε την αναστάτωση, που επικρατούσε στην πόλη, η οποία σημειωτέον έζεχνε από την μπόχα της μεταδοτικής πορδίλας.

Υπήρχαν άτομα τα οποία είχαν συλληφθεί για παράβση των απαγορευτικών μέτρων και τα οποία υφίσταντο την τιμωρία της διαπόμπευσης και τα οποία έσκουζαν γοερώς γι αυτό, που υφίσταντο. Χαρακτηριστικά στο ύψος του πανδοχείου του Βάλα, στρατοχωροφύλακες περιέφεραν δημοσίως δύο παρανομούντες στους οποίους είχαν τεθεί περιλαίμια στα οποία κρέμονταν ξύλινες πινακίδες, όπου αναγράφονταν η φράση «Είμαι ένας άξιος της τύχης μου κλανιάρης». Λίγο παραπάνω και κάτω από τον, του Μαιάμεος πλάτανο, ένα ζεύγος ευγενών απέκρουε με θυμό τις νηφάλιες  συστάσεις της περιπόλου, λέγοντας επί λέξει : « Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε….θα σε στείλω στα σύνορα ρε να σε φάνε οι Σελτζούκοι». Στο ύψος του καταστήματος της Χριστίνης της Ψιλοπώλου, άλλη περίπολος μανιωδώς κυνηγούσε να συλλάβει τον φερόμενο ως μοναχό, τον Σωτήριο τον Κώνστα τον Γυμνασιοδιδάσκαλο, όχι μόνον για την παράβαση των ειλημμένων μέτρων αλλά και για τις άσεμνες χειρονομίες στις οποίες προέβαινε σε βάρος των ταλαίπωρων των στρατοχωροφυλάκων.

Περαιτέρω έναντι του πανδοχείου του Ιωάννη του Μαυρογαλή, ο Ζωανάς ο Κρής, ρητόρευε ακαταπαύστως, έναντι ανύπαρκτου κοινού, λέγοντας μεγαλοφώνως, μεταξύ πολλών άλλων και τα εξής : - Αδελφοί ήγγικεν η ώρα της μετανοίας. Ο Θεός σας έδωκε το βάρος  του πέρδεσθαι ως προειδοποιητικό σήμα για την εκ μέρους υμών συμμόρφωσιν προς τα επουρανίους υποδείξεις. Ινα αρθώσι αι αμαρτίαι σας οφείλετε να προβείτε εις αγαθοεργούς πράξεις, εν οις περιλαμβάνονται και η προς εμέ παραχώρησις αμνών προς κάλυψιν των βιοτικων μου αναγκών. Τούτο λέγω…..- Ο μοναχός δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τον επιβοηθούντα το έργο της στρατοχωροφυλακής, Χουάν Ραμόν, οποίος κραδαίνοντας το κνούτο, το φοβερό μαστίγιο της ακούσιας συμμόρφωσης, προκάλεσε την ταχεία σωματική εξαφάνιση του Ζωανά.

Συνεχίζοντας την πορεία της επί του κεντρικού δρόμου της πόλης, η ομάδα αντίκρυζε όμοια ή ανάλογα θεάματα κοινωνικής ταραχής και αναστάτωσης. Πλησιάζοντας στην πύλη εξόδου προς Βίλια, η ομάδα προσπέρασε με πλήρη διαφορία κάτι, που σε μεταγενέστερες εποχές είναι βέβαιο ότι θα προκαλούσε τουλάχιστον αποτροπιασμό. Στο ύψος του Γυμνασιοδιδασκαλείου, ίσταντο, επί ξύλου πεύκου Μάριζας, δύο ανασκολοπισμένοι παρανομούντες αγρεργάτες, οι οποίοι σφαδάζοντας από τον πόνο ανέμεναν καρτερικώς την μετάβαση τους στο επουράνιο βασίλειο.

Αν και οι στρατοχωροφύλακες είχαν ενημερωθεί πλήρως τόσο για την σύνθεση της ερευνητικής ομάδας, όσο και κυρίως για την δημόσια αποστολή τους, ο Κουτσολέων, όντας τυπικός επέδειξε προς αυτούς, τον πάπυρο της σχετικής εντολής του Βάλα προκειμένου να επιτραπεί η έξοδος από την αποκλεισμένη πόλη.

Η ομάδα συνέχισε την πορεία της προς Βίλια και φθάνοντας στο ύψος της Κάζας μία γλυκερή γυναικεία φωνή χαιρετισμού ακούσθηκε από το παρακείμενο πέτρινο κάστρο.

-Εεεεε……αγόρια καλέ αγόρια……κοπιάστε από το σπιτικό μας να σας φιλέψουμε το κάτι τις…..

­­Η φωνή αυτή, δεν ήταν άλλη από την φωνή της Ελένης της Ρουμελιωτίσσης, η αντιλαμβανόμενη την κίνηση της ομάδας επί του δρόμου, βγήκε στο περίτεχνα αψιδωτό παράθυρο του πέτρινου κάστρου της να την χαιρετίσει.

Η Ελένη, παρά τα όσα ισχυρίζονται κάποιοι κακοπροαίρετοι ιστοριογράφοι, συμμετείχε ενεργώς και με πολεμικές ενέργειες, αν όχι ανεκπαίδευτου, τουλάχιστον ελλιπώς προετοιμασμένου ασκεριού της στην ανατροπή της Ιωάννας της Μεγαλοπρεπούς. Μετά το τέλος του πολέμου και την ανάδειξη του Ευσταθίου στην θέση του Θεματοφύλακος, με αυτοκρατορική μάλιστα έγκριση, η Ελένη αγοράσε το πέτρινο κάστρο της Κάζας και εγκατατάθηκε σε αυτό με την συνοδεία της. Μετά την εγκατάστασή της στο κάστρο η Ελένη περιόρισε τις δραστηριότητες της σε φιλανυθωπικές ενέργειες, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι επισκέψεις σε φυλακές προκειμένου να συνδράμει, στην κάλυψη αναγκών των εγκλείστων σε τροφές, φάρμακα και ένδυση. Για το λόγο αυτό επισκεπτόταν και το φοβερό και απάνθρωπο κάστρο της Κατσούλας, το οποίο ο άκαρδος Βάλας είχε μετατρέψει σε ένα κακόφημο σωφρονιστήριο.

Στο τσιριχτό, πλην όμως μελωμένο, κέλευσμα της Ελένης, αναταποκρίθηκε, χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη η ομάδα. Κάνοντας την απαιτούμενη παράκαμψη του κεντρικού δρόμου και διανύοντας μία μικρή πορεία των πενήντα μέτρων, έφθασαν στην πύλη του κάστρου, έξω από την οποία στάθμευσαν το κάστρο, ενώ ο Κουτσολέων συνεχίζοντας έφιππος διέβη την πύλη, ομού μετά των δύο, πεζών πλέον , συνοδών του. Το κάστρο έσφυζε από ζωή. Υπηρέτες απασχολούνταν σε διάφορες εργασίες,   με τόση προθυμία, που ευτυχισμένοι τραγουδούσαν τις τελευταίες επιτυχίες, που ακούγονταν στα καπηλειά και τα πανδοχεία της Βασιλεύουσας . Διάφοροι επίσης αγνώστου ειδικότητας και γνωστικών δεξιοτήτων παρατρεχάμενοι περπατούσαν σε όλες τις κατευθύνσεις του κάστρου, αναιτίως, πλην όμως, ευθύμως φωνασκώντες.

Την ομάδα υποδέχθηκε με υπηρεσιακή αβρότητα ο επιστάτης του κάστρου Γεώργιος Σαμβάνος, οποίος κάνοντας χρήση ενός απροσδιόριστου ανθυπομειδιαμάτος, φάνηκε να μην πετάει και από την χαρά του. Στην συνέχεια όμως, αντικρύζοντας τον επικεφαλής της ομάδας,  δεν στάθηκε ικανός να συγκρατήσει την δυσθυμία του και απυεθυνόμενος προς αυτόν, είπε με την χαρακτηριστική άχρωμη φωνή του.
-Ποιος αγέρας συμφοράς και ποιο κύμα ολέθρου σε φέρνει εδώ άρχοντα Μοχθηρέ;

- Το υπηρεσιακό καθήκον Γεώργιε. Ο αξεπέραστος και ασυναγώνιστος τουμάρχης Βάλας, ενεργώντας κατά θεία πρόνοια, μου ανέθεσε να ……………….

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την αποστομωτική του απάντηση ο Κουτσολέων, όταν στην αυλή του Κάστρου εμφανίσθηκε να ξεχύνεται ασυγκράτηση η Ελένη. Φορούσε γαλάζιο μεταξένιο μανδύα, ο οποίος καθ΄ολοκληρία επικαλυπτόταν από αραχνούφαντο μαλαισιανό τούλι, ενώ στο κεφάλι έφερε το χαρακτηριστικό  κωνικό χρυσελεφάντινο καπέλο των πριγκηπισσών της Μάνδρας.
- Καλέ τι κάμετε είσθε καλά; Εμαθα άσχημα πράγματα για την πόλη των Ερυθρών……….αχ καλέ πως μπορείτε και ζείτε μέσα σ΄αυτή τη βρώμα………ψυχούλες μου……….Καλώς μας ήρθατε θα σας φιλέψουμε ένα γλυκό………. Και αμέσως κάλεσε τις υπηρέτριες προς εκπλήρωση της εντολής της. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, οι υπηρέτριες επανεμφανίσθηκαν κρατώντας ένα τεράστιο δίσκο με διάφορα λαχταριστά γλυκά καθώς επίσης και ένα ασημένιο κανάτι με δροσερό νερό.

Αντικρύζοντας το περιεχόμενο του δίσκου, που περιλάμβανε μεταξύ πολλών άλλων, μελωμένες καρδιές σπουργιτιών, ζαχαρωμένα φύκια Ψάθας και σιροπιαστά αμελέτητα διμούτσουνης οχιάς, ο Βαρβάς, επιδεικνύοντας τον ασυγκράτητα απείθαρχο χαρακτήρα του καθώς επίσης και την λαιμαργία του ως δομικό συστατικό στοιχείο της ψυχοκοινωνικής του συγκρότησης, επέπεσε ορμών επ΄αυτών κατασπαράζοντάς τα.

Μετά από λίγο, και ενώ τόσο ο Μοχθηρός, όσο και ο Νικόλαος είχαν περιορισθεί στην κατάποση του όντως δροσερού νερού, η ομάδα αποχώρησε, με τη συμμετοχή φυσικά και του μπουκωμένου Βαρβά, ο οποίος μάλιστα είχε θέσει και πλεονάζουσα ποσότητα γλυκισμάτων εντός των γιδόμαλλων ξεχυλωμένων καλτσών του προς μελλοντική βρώση.

Κατά την αποχώρησή της ομάδας, η Ελένη δεν έπαυε να τους απευθύνετε λέγοντας –Στο καλό αγόρια, να μας ξανάρθετε…..μη μας ξεχάσετε επιστρέφοντας ………γειά σας ……..γειά σας.

Ενώ η ομάδα έπαιρνε το δρόμο για τα Βίλια, ο Κουτσολέων, όντας απαθής και ανέκφραστος, ερώτησε τον Νικόλαο – Πως τα βλέπεις τα πράγματα οιωνιοσκόπε;

-Μαύρα και θολά δέσποτα……. Απάντησε με ανησυχία ο Νικόλαος, οποίος μετά από ένα βροντώδες ρέψιμο, που εξέπεμψε ο αδηφάγος Βαρβάς, δεν θέλησε να εξειδικεύσει περαιτέρω την προβλεπτική του διάγνωση…………………………                     

      



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14. ΘΡΗΝΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18. ΜΙΣΟΦΑΓΩΜΕΝΗ ΠΕΣΚΑΝΔΡΙΤΣΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17. ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΛΕΜΟΥ & ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ