ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15. Η ΧΛΑΠΑΤΣΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15. Η ΧΛΑΠΑΤΣΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ
Μάνδρα
28η Ιανουαρίου 1080
Ωρα
16:30
Η ερευνητική
ομάδα, μετά από όσα είχαν συμβεί στο διοικητήριο της Μάνδρας και ενώ είχε
πλήρως ενημερωθεί εγγράφως για τα όσα
είχαν διαδραματισθεί νωρίτερα στην τούρμα των Ερυθρών, χάρη στο υπηρεσιακό ταχυδρομικό
κοράκι, έσπευσε, και μάλιστα ταχέως να απομακρυνθεί. Ο Πανωλιασκούνδος είχε,
χωρίς ιδιαίτερο κόπο, πείσει τον Ευστάθιο για την απηνή δίωξη του προκλητικού
Μοχθηρού και των τρισάθλιων συνοδοιπόρων του, στους οποίους περιλαμβανόταν και
ο Μανδραίος εξωμότης και αποστάτης Νικόλαος. Και οι τρείς αποτελούσαν πλέον
καταζητούμενα πρόσωπα και για τον λόγο αυτόν, οι σιδερόφρακτοι ιππότες του
Ευσταθίου, με επικεφαλής τον αμείλικτο ταγματάρχη Μιχαήλ Κολοβέντζο, είχαν ήδη αρχίσει
από τις 12:00 να τους αναζητούν προς σύλληψη.
Αν και
έφυγαν σχεδόν τρέχοντας από το διοικητήριο, έκαναν, κατά παράκληση του Βαρβά,
μία μικρή στάση, στον τρίτο υπόγειο όροφο του κτιρίου αυτού, εντός του οποίου
ευρισκόταν το γραφείο του Βιλιάτου του Εδωδιμοπώλου. Το εν λόγω πρόσωπο διατηρούσε,
για άγνωστους λόγους, φιλικούς δεσμούς με τον υποδεκανέα και ως εκ τούτου θα
μπορούσε να τους παράσχει χρήσιμες συμβουλές για την ασφαλή και αναίμακτη
αποχώρησή τους από την έδρα του Θέματος. Ο Μοχθηρός αποδέχθηκε την παράκληση
του Βαρβά, και οι τρείς κινήθηκαν προς το γραφείο, αυτού του, κατά τα λοιπά,
μυστηριώδους και απροσδιόριστου προσώπου. Ο Εδωδιμοπώλης, τους υποδέχθηκε με
αυθόρμητη και μη προσποιητή χαρά και στην συνέχεια τους υπέδειξε συγκεκριμένο
τρόπο διαφυγής τους. Όταν ολοκληρώθηκε αυτή η περιέργη συνάντηση ο
Εδωδιμοπώλης, θέλοντας να κάνει επίδειξη της ποιότητας και του μεγέθους της
φιλίας, που τον συνέδεε με τον Βαρβά, χάρισε σε αυτόν, μία δίκιλη χλαπάτσα. Ο
Βαρβάς, παρέλαβε το γλοιώδες αυτό υλικό, παρασκευασμένο από παχύρευστες βλέννες
ευνουχισμένων θαλασσίων ελεφάντων και από μέλι άκανθου του όρους Πατέρα,
ευχαρίστησε τον Εδωδιμοπώλη και στην συνέχεια η ομάδα αποχώρησε. Μετά αφού οι
ερευνητές εισήλθαν εντός υπογείου θαλάμου, όπου και παρέμειναν προς απόκρυψη
επί δύο περίπου ώρες, διένυσαν τον υπόνομο οικιακών αποβλήτων, που οδηγούσε
στην συνοικία των Εργατικής Πλεμπουριάς.
Στο ύψος της
πλατείας της ιδιόρρυθμης αυτής συνοικίας της τούρμας της Μάνδρας, τα μέλη της
ομάδας, αφού άνοιξαν το λίθινο καπάκι εξόδου, έκαναν την εμφάνισή τους στη
επιφάνεια του εδάφους. Αυτό, που έκθαμβα
αντίκρυσαν, και μάλιστα σχεδόν άμεσα με την έξοδό τους, βεβαίωνε τα όσα
κατά καιρούς, διάφοροι καταμαρτυρούσαν σχετικά με την καθημερινή ζωή της
συνοικίας. Κατ΄αρχάς, οι εκεί ευρισκόμενες κατοικίες, ήταν κατασκευάσμένες με
λάξευση σε γιγαντιαίους βράχους, που περιέβαλαν την πλατεία εξόδου. Αν όχι
χιλιάδες, πολλές εκατοντάδες αυτού του είδους κατοικίες, συναποτελούσαν έναν
τεράστιο σε μέγεθος οικισμό, «καρφωμένο» στο μαλακό νότιο υπογάστριο της
τούρμας της Μάνδρας. Στη συνέχεια οι θλιβεροί ερευνητές διαπίστωσαν ότι στους
γεμάτους, από υπολείμματα οστών, άγνωστης ζωικής προέλευσης, δρόμους, υπήρχαν
έμφορτοι δοκοί ανασκολόπησης, επί των οποίων
παρέδιδαν ψυχή και πνεύμα, οι παραβάτες των κανόνων κοινωνικής
συμπεριφοράς. Παραπέρα, ολιγομελείς ομάδες, αποτελούμενες από φρουρούς, που
είχαν ενδυθεί με ακατέργαστα γιδοτόμαρα και έφεραν ακόντια με λίθινες αιχμές,
κινούνταν, για άγνωστους λόγους, εσπευσμένα προς διάφορες κατευθύνσεις εκτελώντας
διαταγές των αξιωματικών τους. Οι κάτοικοι φαίνονταν να είχαν περιοριστεί στις
λαξευμένες τους κατοικίες και ελάχιστοι από αυτούς κυκλοφορούσαν, πάντοτε υπό
τον άοκονο και δρακόντειο έλεγχο της τοπικής φρουράς. Αυτά, που αντίκρυσαν οι
τρείς ερευνητές, δεν αποτελούσαν, παρά μέρος των συνεπειών των αυστηρών μέτρων
διακυβέρνησης, φωτιάς και σίδερου, που είχε επιβάλει η τρομερή διοικήτρια του
οικισμού αυτού, Γλυκερία των Σδούκων η Αθυρόστομος.
Οι ερευνητές
κινήθηκαν αργά και με μικρά βήματα προς την κατεύθυνση του τόπου, που είχε
ορισθεί, ως σημείο συνάντησης, μετά από αλληλογραφία, που είχε περαιωθεί με τον
γνώριμο τρόπο των ταχυδρομικών κορακιών. Το σημείο αυτό, δεν ήταν άλλο από την καμπυλωτή,
λίθινη γέφυρα, που ένωνε τις δύο όχθες του ποταμού Σούρες, πλησίον των ορίων
του Θέματος της Μάνδρας, με αυτά του Θέματος της Ελευσίνας. Εκεί τους ανέμενε η
Αθυρόστομος, με την οποία συμπαρίσταντο και μέλη της αποτρόπαιας φρουράς της. Η
αυταρχική διοικήτρια, φορούσε επί της κεφαλής της τούλι αραχνούφαντο σε χρώμα
μπλε φουρτουνιασμένης θάλασσας, ριχτό μανδύα, από ημιεπεξεργασμένο δέρμα
ημίαιμου τράγου, με πολλαπλές ακανόνιστες πτυχώσεις, κάλτσα πορφυρού χρώματος,
από μαλλί τριχωτής δράκαινας και σανδάλια από πετσί ανυπότακτου ημιόνου, σε
γαιώδες χρώμα.
Οι
ερευνητές, τελώντας σε κατάσταση πλήρους εκπληξης, που προκαλούταν από το
γεγονός ότι αντίκρυζαν έναν κόσμο, που δεν είχε σχέση με τους ευγενείς άρχοντες
των τουρμών του Θέματος, με τις πολυτελείς επαύλεις, με τις ευαίσθητες κυρίες
των τιμών και τα, από αυτές,
επιτηδευμένα χαχανητά, καθώς επίσης και με τους ολάνθιστους κήπους και τα
καρπερά περιβόλια του Θάματος, είχαν μείνει αμήχανα άναυδοι. Όμως η στεντόρεια
τραχεία φωνή της Αθυρόστομης αποφασιστικά διατάραξε την καταθλιπτική τους
νιρβάνα.
- Καλώς τους…..καλώς τους ελπιδοφόρους
ευγενείς, που βάζοντας σε κίνδυνο την ζωή σας υπηρετείτε τα όχι και τόσο άδολα
συμφέροντά σας. Στην συνέχεια και ενώ τα μέλη της ομάδας είχαν πλησιάσει, πολύ κοντά στην ομάδα της
Αθυρόστομης, αυτή έσπευσε να τους φιλήσει σταυρωτά και συνεχίσει τις
φιλοφρονήσεις της προς αυτούς, αναφερόμενη, με απολίτιστη τραχύτητα και
αμετροέπεια στις γενετήσιες δραστηριότητες των ιδίων και των μελών των
οικογενειών τους.
Ο Μοχθηρός,
αφού διαπίστωσε ότι ο Βαρβάς και ο Νικόλαος, είχαν αρχίσει να ξεπερνούν το σόκ
της σκορδίλας, που απέπνεαν τα φιλιά της διοικήτριας, απευθυνόμενος προς αυτήν,
με επιστράτευση του γνωστού γλοιώδους φιλοφρονητικού του ύφους και με ελαφρώς
κεκαμμένη την κεφαλή του σε ένδειξη υποκριτικής υποταγής της είπε:
- Εμείς οι ταπεινοί ερευνητές χαιρετούμε την
ατρόμητη διοικήτρια, που με ισχύ ακοίμητου γερακιού φυλάττει τα σύνορα του
ευλογημένου Θέματος, που με χάρη……………….
- Ασε τις τσιριμόνιες και τα γλειψίματα Μοχθηρέ…
αυτά να τα κάμεις σε καμία αρχοντοπούλα του τόπου σου τον διέκοψε με άκομψο
και ποταπό τρόπο η Αθυρόστομη, η οποία και συνέχισε- Όπως μου έγραψες θέλεις να πάρεις δείγμα από το σκατόνερο του ποταμού
για την έρευνά σας. Λοιπόν είμαι στην διάθεσή σας και αφήστε τις εισηγητικές
μαλακίες…………….
Στην
συνέχεια η διοικήτρια, με το ακατέργαστο αριστερό της χέρι της, έδειξε προς την
κατεύθυνση της ανατολικής όχθης του ποταμού και συγκεκριμένα σε μία μεμονωμένη
ιτιά, που βρισκόταν επ΄αυτής, μπροστά από ένα πυκνό καλαμώνα.
Ο Μοχθηρός,
μόλις έλαβε την πληροφορία, απευθυνόμενος προς τα λοιπά μέλη της συνοδείας του,
διάταξε αυτά να μεταβούν στο υποδειγμένο σημείο και να λάβουν δείγμα του ακαθάρτου ύδατος με την χρήση
φιαλιδίων. Τα μέλη, αφού εκδήλωσαν την δυσθυμία τους, κάνοντας ένα μορφασμό
κακότροπής ραθυμίας, στην συνέχεια ξεκίνησαν για το εντοπισμένο σημείο,
βαδίζοντας με υπηρεσιακή χαλαρότητα.
Ο
Κουτσολέων, με αυτόν τον τρόπο, ήθελε ουσιαστικά να απομακρύνει τον Βαρβά και
τον Νικόλαο, προκειμένου να συζητήσει με
την διοικήτρια, πράγματα, που του είχε εμπιστευθεί προς διαπραγμάτευση ο Βάλας.
Γνωρίζοντας, και μάλιστα άριστα, το απύθμενο μίσος, που έτρεφε η διοικήτρια για
το Θέμα της Μανδροειδυλλίας και ειδικότερα για την τούρμα της Μάνδρας, ο
Μοχθηρός δεν δίστασε να της προκαλέσει την αυτονομιστική της διάθεση. Της
ζήτησε λοιπόν, να θέσει από σήμερα κιόλας, σε διάταξη μάχης τα στρατεύματά της,
τα οποία σε περίπτωση άμεσα επικείμενης σύρραξης μεταξύ του Θέματος και της
τούρμας των Ερυθρών, θα επιτίθεντο στο κάστρο των Μαρουγκιδών, που βρισκόταν
στον νότιο τομέα της τούρμας της Μάνδρας. Κατά τον τρόπο αυτόν, και σε
περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης με την τοιύρμα της Μάνδρας, θα επιτυγχανόταν
όχι μόνον ένας στρατηγικός αντιπερισπασμός, αλλά και η δημιουργία μίας τακτικής
θετικής αντικειμενικής προυπόθεσης, που θα ελιτουργούσε καταλυτικά για την
νικηφόρα, υπέρ της τούρμας των Ερυθρών, έκβαση της σύρραξης. Ως αντάλλαγμα για
την παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας, η Αθυρόστομη θα αποκτούσε το
καταπλεονεκτικό δικαίωμα της ενσωμάτωσης του οικισμού της στο Θέμα της
Ελευσίνας, πράγμα, που διακαώς επιθυμούσε.
Στην
συνέχεια, και αφού έγινε αποδεκτή η ως άνω πρόταση στρατηγικής σημασίας, από
την Γλυκερία των Σδούκων, ο Μοχθηρός ζήτησε από αυτήν υποδείξεις τρόπων
διαφυγής της ομάδας του για ασφαλή επιστροφή αυτής στην τούρμα των Ερυθρών. Η
Αθυρόστομη με ευχαρίστση, προέβη σε σχετικές υποδείξεις με την παροχή και
συγκεκριμένων τεχνικών λεπτομερειών.
Εν τω
μεταξύ, κρατώντας με ασφυκτικό τρόπο τις κακόσχημες τους μύτες και έχοντας κατ΄αυτόν
τρόπο ασφαλίσει τα τριχωτά τους ρουθούνια, από την εισβολή διαπεραστικής
δυσωδίας, που εκλυόταν από τα ρυπαρά νερά του ποταμού, Ο Βαρβάς και ο Νικόλαος είχαν
φθάσει στο σημείο, που είχε υποδειχθεί από την διοικήτρια. Κατευθύνθηκαν
κατ΄αρχάς προς τον εκεί ευρισκόμενο καλαμώνα, με σκοπό να απαθέσουν πράγματα,
που τους βάρυναν και κυρίως να ετοιμάσουν τα φιαλίδια υποδοχής. Ενώ ο Νικόλαος,
ήταν σκυμένος μπροστά από τον Βαρβά, ο οποίος και έβλεπε προς την κατεύθυνση
της ανατολικής όχης του ποταμού, ο υποδεκανέας με την άκρη του ματιού του,
αντιλήφθηκε μία κινούμενη μαύρη ανθρώπινη μάζα να κατευθύνεται στο σημείο
υπόδειξης, παίρνοντας μέτρα προφύλαξης και απόκρυψής της. Ο Βαρβάς, αντιλαμβανόμενος τον καθ΄όλα ύποπτο
χαρακτήρα της κίνησης της φιγούρας αυτής, που είχε απρόσμενα προβάλει, δεν
δίστασε να απευθυνθεί σ’ αυτήν λέγοντας.
-
Ποιος είσαι ρε μαυροφορεμένε μπαγλαμά…..και που πάς ντυμένος
μαυροτσούκαλο.
Ο απρόσμενος
επισκέπτης με τον ολόσωμο μαύρο μανδύα και την ομόχρωμη κουκούλα, που
υπερκάλυποτε το πρόσωπό του, ταράχθηκε, όταν αντίκρυσε την πηγή της βροντερής
φωνής, η δε ταραχή αυτά επιτάθηκε και από το γεγονός ότι ο φωνασκών δεν ήταν
μόνος, αλλά συνοδευόταν και από έτερο άτομο τον Νικόλαο. Πάνω στη ταραχή του ο
μαυροφορεμένος, πήγε να υποχωρήσει με τακτικό τρόπο, πλήν όμως το δεξί του
πόδι, που φορούσε μαλακή αρβύλα υπηρεσίας, πάτησε σε παρακείμενη μάζα
παχύρευστων κοπράνων. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και
να πέσει στο έδαφος. Στην συνέχεια, αφού σε έλάχιστο χρόνο ορθώθηκε, έβγαλε από
την βαθειά θήκη της κουκούλας του ένα τόξο, καθώς και δύο βέλη. Ο Βαρβάς
αντιλαμβανόμενος όχι μόνο την πρόθεση αυτού, αλλά και κυρίως για ποιόν
επρόκειτο, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του και επιδεικνύοντας άφθαστη
στρατιωτική δεινότητα, έβγαλε από τον
σάκο του την χλαπάτσα, που με τόσο στοργή και αγάπη, του είχε χαρίσει ο
Εδωδιμοπώλης, και αφού την λίκνισε οριζόντιως περιστροφικά προς την αντίθετη
κατεύθνση του δεξιόστροφου κοχλία, εξαπέλυσε αυτήν κατά του φθονερού τοξότη. Ο
μαυροφορεμένος, δεν είχε προλάβει να θέσει το θανατερό του βέλος επί του τόξου
του, όταν η εκτοξευθείσα χλαπάτσα επέπεσε με σφροδρότητα στο πρόσωπό του με
αποτέλεσμα αυτός να πέσει για μία ακόμη φορά στο έδαφος, αυτήν την φορά μάλιστα
σε ημιλιπόθυμη κατάσταση. Ακολούθησαν κραυγές των δύο ερευνητών. Ο Βαρβάς, είχα
υψώσει και τα δύο χέρια προς τον ουρανό, και με τα μεν δύο δάκτυλα της παλάμης του δεξιού του χεριού
έκανε το χαρακτηριστικό σήμα της νίκης και με το δε μεσαίο δάκτυλο της παλάμης του αριστερού του χεριού
σχημάτιζε το γνώριμο χυδαία γενετήσιο σήμα, ενώ παραλλήλως ουρανομήκως φωνασκούσε
– Σε έφαγα ρε………….σε έφαγα………
- Αξιος, άξιος……….κραύγαζε περαιτέρω ο Νικόλαος.
Οι φωνές
αυτές αναστάτωσαν τον Μοχθηρό, ο οποίο ολοκληρώντας την κρίσιμη συζήτηση με την
Αθυρόστομη, ανάμενε την έλευση των συνοδοιπόρων του. Του προκλήθηκε, έντονη ανησυχία
και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που αναγκάσθηκε να μεταβεί στο σημείο των κραυγών,
προκειμένου να διαπιστώσει με τις δικές του αισθήσεις, τι ακριβώς ελαμβανε χώρα
στην ανατολική όχθη του ποταμού. Στην μετάβαση του αυτή τον ακολούθησε και η
διοικήτρια, έμπλεη και αυτή ανησυχίας, για τα όσα είχαν προκαλέσει τους
κρωγμούς των ερευνητών.
Φθάνοντας
στο συγκεκριμένο σημείο της ανατολικής όχθης, όπου και η μεμονωμένη ιτιά,
αντίκρυσαν τους δύο ερευνητές να κοιτούν αχόρταγα το πεσμένο σώμα του
ημιλιπόθυμου άνδρα. Όταν τους πλησίασε ο Μοχθηρός, διαπίστωσε ότι ναι μεν η
κουκούλα του μαυροφορεμένου είχε αφαιρεθεί, πλην όμως ήταν δυσδιάκριτο και ως
εκ τούτου μη αναγνωρίσιμο το πρόσωπο του, δεδομένου ότι αυτό είχε επικαλυφθεί
από την μάζα την εκτοξευθείσας χλαπάτσας. Αμέσως διέταξε την προσεκτική αφαίρεσή
της από το πρόσωπο του αγνώστου.
Με την αφαίρεση
της χλαπάτσας, ο Μοχθηρός, σε κατάσταση πλήρους αιφνιδιασμού , ξέπνοα ψέλλισε, προς
τον ημιλιπόθυμο – Ευγένιε εσύ;
-Ποός Ευγένιος δέσποτα……… είπε με θαρρετό
τρόπο ο Νικόλαος, ο οποίο συνεχίζοντας με φοβικό ύφος ανέφερε ………Ο Θείο Νότης είναι……………….
Φέρτε γρήγορα το άλογο και το κάρο, επιστρέφουμε
ταχέως στην τούρμα μας……….επίσης τακτοποιήστε κάθε τεχνική λεπτομέρεια ……… είπε με κοφτό τρόπο ο Μοχθηρός. Ο Νικόλαος και ο υποδεκανέας, έσπευσαν
στο σημείο, που στο μεταξύ, με την καθοδήγηση του συνεργάτη Εδωδιμοπώλη, είχαν
κατευθυνθεί το άλογο του Κουτσολέοντος και το υπηρεσιακό κάρο, καταλείποντας
στο σημείο αυτό τον Μοχθηρό, την διοικήτρια και τον ημιλιπόθυμο τοξότη φρουρούμενο
από τους οπλισμένους θεσμικούς μαχαιροβγάλτες της Αθυρόστομης.
Αμέσως με
την άφιξη του κάρου, αφού έδεσαν χειροπόδαρα τον τοξότη και φίμωσαν αυτόν με
χνουδωλή λινάτσα, έθεσαν αυτόν εντός του ινδικού ελαφαντοτόμαρου υπηρεσίας, το
οποίο στην συνέχεια απόθεσαν επί του κάρου.
Στην συνέχεια,
η ομάδα αποκαμακρύνθηκε από τον παράδοξο αυτόν οικισμό και κατευθύνθηκε προς το
λιμάνι της Ελευσίνας, χωρίς να διέλθει από την επίσημη οριακή πύλη διόδου προς την
πόλη του εν λόγω Θέματος, κάνοντας χρήση απόκρυφης υπογείας οδού. Φθάνοντας στο
λιμάνι, προσέγγισαν ένα σκάφος, στο οποίο και επιβιβάσθηκαν με κατεύθυνση το
λιμάνι των Αιγόσθενων…………….

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου