ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13. ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΜΑΝΔΡΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13.
ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΜΑΝΔΡΑΣ
Μάνδρα
28η Ιανουαρίου 1080
Ωρα
09:30
Η διέλευση
της συνοριακής γραμμής και η είσοδος στην επικράτεια της Μάνδρας, έλαβε χώρα με
ομαλότητα και χωρίς απρόοπτα για την ερευνητική ομάδα. Η φρουρά της πύλης,
απαρτιζόμενη από τους ατρόμητους κατάφρακτους Μανδραίους ιππείς, περιορίσθηκε
σε ένα τυπικό έλεγχο των εξουσιοδοτικών εγγράφων, επιτρέποντας, χωρίς καμία
επιπρόσθετη παρακωλυτική διαδικασία εξακρίβωσης, την συνέχιση της πορείας της
ομάδας.
Ο Κουτσολέων
και οι αταίριαστοι συνοδοιπόροι του, είχαν καταλύσει το χθεσινό βράδυ, εντός
προκεχωρημένης στάνης, μετά από αναγκαστική, αυθαίρετη και χωρίς κανένα νόμιμο
έρεισμα, επίταξη αυτής. Όμως καθ’ όλη την διάρκεια της εκεί παραμονής τους,
μόνον ο Βαρβάς παραδόθηκε αμαχητί στον Μορφέα, δεδομένου ότι αμέσως με την
άφιξή τους στην στάνη, αυτός, έριψε το τροφαντό κορμί του σε ένα στρώμα
κατσκευασμένο από τραγοτόμαρο, παραγεμισμένο με πούπουλα νυκτερίδας, και στην
συνέχεια ξεκίνησε ένα μακρόσυρτο ροχαλητό. Ο Μοχθηρός και ο Νικόλαος, ουσιαστικά
έμειναν άγρυπνοι. Τα μαντάτα, που έφερε σε αυτούς το μαύρο ταχυδρομικό κοράκι
της τούρμας των Ερυθρών, ήταν όντως κακά. Είχαν πλήρως ενημερωθεί για το φόνο
της προσφιλούς γραφέως, πράγμα, που τους προξένησε λύπη, θρήνο και σπαραγμό, σε
τέτοιο μάλιστα βαθμό, που ο Κουτσολέων, για λόγους εντυπώσεων βέβαια, χωρίς να
καταβάλει και ιδιαίτερες προσπάθειες, δάκρυσε με τον ίδιο χαρακτηριστικό τρόπο,
που δακρύζουν και οι κροκόδειλοι στις γούρνες της Αβησσυνίας.
Όμως αυτό,
που έθεσε σε φρενήρη τροχιά ανησυχίας, τον Μοχθηρό, πέρα από τον αδόκητο χαμό
της γραφέως, ήταν το μαντάτο της συνωμοτικής σύναξης στις κατακόμβες της Ζαπουρνιάς. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας
τον συνημμένο στην διαβιβαστική αναφορά πάπυρο αναφοράς, που είχε συντάξει ο
δαιμόνιος Γεώργιος των Πιπιτσιδών και χωρίς να δώσει σημασία στο ίχνος της
αποξηραμένης μύξας, που περίτεχνα είχε κολλήσει στο κάτω δεξιό μέρος του
εγγράφου, προσπαθούσε να αξιολογήσει τα γεγονότα. Η προσπάθειά του, αν και
παραδειγματική ως προς τον επίπονο και επίμονο χαρακτήρα της, διακοπτόταν, ανά άτακτα χρονικά
διαστήματα, από τις φωνές του εγκλωβισμένου εντός του ελεφαντοτόμαρου
Σταυρολινάρδου.
- Ανοίξτε ρε …………..ανοίξτε………..θα σκάσω
βρωμερά καθάρματα……, θα πεθάνω βρωμόκωλα κτήνη των Ερυθρών
…..ααααα…………..βοήθεια …………..βοήθεια …………….
Τα απίστευτα
σκουξίματα του απαχθέντος υπόπτου
συνεχίσαν να εκπέμπονται καθ’ όλη την διάρκεια της νύκτας και
συνεχίσθηκαν και το πρωί κατά την
αναχώρηση της ομάδας. Η προσπάθεια κατασίγασης των σκουξιμάτων αυτών, που
κατέβαλε ο Βαρβάς, καταφέροντας αλλεπάλληλα λακτίσματα στο ελεφαντοτόμαρο, είχε
αποβεί άκαρπη.
Ενώ η ομάδα
είχε διανύσει μεγάλη απόσταση από την συνοριακή γραμμή, και είχε φθάσει ήδη στο ύψος, της
υποτούρμας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ένας μεγαλόσωμος άνθρωπος με ευγενικά
χακτηριστικά και με αθώο πλατύ χαμόγελο τους, διέκοψε την πορεία τους. Ηταν ο
Μελέτιος Ζαφείριος, ο επόπτης της εκεί υποτούρμας, που είχε προβάλει από τον
μικρό, εκεί παρακείμενο, πευκώνα της
περιοχής και οποίος αμέσως απευθυνόμενος στην ομάδα, είπε:
-Αρχοντες θα ήθελα να παρακαλέσω υμάς, όπως εις
περίπτωσιν μετεβείτε προς έδραν του Θέματος, αναφέρατε προς τον σεβαστότατο
Ευστάθιο, ότι έχομεν ανάγκη από φωτιστικούς δαυλούς, λαμβανομένου ότι οι
πρότεροι έχουν ήδη αναλωθεί και ότι ……
Ενώ ο
Μελέτιος δεν είχε ολοκληρώσει την φράση του και ο Κουτσολένων ήταν έτοιμος να
του απαντήσει αρνητικά, επικαλούμενος ότι η ομάδα δεν διέθετε ούτε καθ’ ύλην ,
ούτε κατά τόπον αρμοδιότητα, προς περαίωση του, εκ μέρους του προβαλλόμενου
αιτήματος του, ένα διαπεραστικό τρίξιμο ακούσθηκε από τον παραπλεύρως
ευρισκόμενο πευκώνα. Μετά το τρίξιμο, ακούσθηκε, ο οξύς ήχος θραύσης ξύλου και
στην συνέχεια, αφού προηγήθηκε η πτώση ενός μεγάλου κλαδιού πεύκου, ακολούθησε η πτώση ενός ανθρώπου, που
προφανέστατα είχε αναρριχηθεί στο δένδρο. Ο άνθρωπος αυτός, φορούσε λινό σομόν μανδύα, με μπλε μπορτνούρα, που
αποτελούσε αντικείμενο ενδυματολογικής προτίμησης για τους απεσταλμένους του
Ευσταθίου καθώς επίσης και γαλότσα
αναβάσεως επί τραχείας επιφανείας και δεν ήταν άλλος, από τον Μιχαήλ
Σακελλάριο.
Από το
απρόσμενο αυτό θέαμα έμειναν άναυδοι και τα μέλη της ομάδας και ο καθ΄όλα
ανυποψίαστος Μελέτιος. Ο Μιχαήλ ανακτώντας την προσκαίρως απωλεσθείσα ψυχραιμία
του και θέτοντας στο περιθώριο την ψυχική του ταραχή, αφού σχημάτισε ένα πλατύ
χαμόγελο εμφανώς προσποιητής ευτυχίας, είπε:
-Ουπς τι κάμουν τα παιδιά; Είχα ανέβει στο δένδρο
να κόψω μήλα…….. Στη συνέχεια, όντας ανασηκωμένος από την
αιφνίδια πτώση του, μετακίνησε κάτο από το πέλμα της γαλότσας του, ένα κομμάτι
παπύρου, με σκοπό την απόκρυψή του.
Το λόγο,
έλαβε, στο πλαίσιο της αενάως, εκ μέρους του, επιδεικνύομενης αυθαίρετης
πρωτοβουλίας και εν γένει κοινωνικής του θρασύτητας, ο Βαρβάς.
-Τι, τι κάμουμε βρε καραγκιόζη; Εσύ τι κάνεις σαν
πεντάρφανος κότσυφας πάνω στο πεύκο; Τι μήλα μας τσαμπουνάς; Μας παρακολουθείς; Και αμέσως έλαβε στην ακατέργαστη παλάμη του, ένα μεγάλο ρόπαλο, από
το μικρό οπλοστάσιο του κάρου, με καταφανή σκοπό να του επιτεθεί.
Ο Μοχθηρός,
κάνοντας χρήση της καθολικής επιστράτευσης της ψυχραιμίας του και με σύνεση
κολοβού δηλητηριώδους ερπετού, παρενέβη στο σημείο αυτό καθοριστικά.
-
Είμαστε καλά άρχοντα……….το αυτό επιθυμούμε και για εσένα. Στην συνέχεια κάνοντας ένα χαρακτηριστικό νεύμα κάλεσε την ομάδα
προς αναχώρηση, πράγμα, το οποίο και έλαβε χώρα αμέσως μετά.
Στο σημείο
αυτής της αναπάντεχης συνάντησης ο Μιχαήλ, έμεινε μόνος με τον Μελέτιο, ο
οποίος αρπάζοντας την ευκαιρία δεν δίστασε να απευθυνθεί προς τον Θεματικό
απεσταλμένο, λέγοντας:
-Αρχοντα Μιχαήλ, θα ήθελα να σας ενημερώσω,
ότι ο εσμός των κατοικιών έχει ανάγκη από καινουργείς δαυλούς και επιθυμούμε
την δημιουργική σας, προς τούτο, παρέμβαση……………
Ο Μιχαήλ,
αφού έλαβε τον μέχρι πρότινος αποκρυμμένο πάπυρό του και έκανε ότι γράφει
σχετικά με το πολλάκις διατυπωμένο αίτημα του Μαλετίου, ανέφερε με στόμφο : - Ναι βεβαίως……βεβαίως ….ότι πείτε……οφείλω
όμως να σας διευκρινήσω, ότι τα αποθέματα δαυλών έχουν ήδη εξανλτηθεί από την
ακαταλόγιστη χρήση που έκαμε η προγενέστερη διοίκηση του Θέματος, και εμείς
τώρα, που αναλάβαμε θα φροντίσουμε να εξασφαλίσουμε τις ικανές και αναγκαίες
σχετικές προμήθειες, προς ικανοποίηση του εύλογου αιτήματός σας..........
Ενώ ο Μιχαήλ
εξακολουθούσε να παρέχει τις δέουσες διακαιολογίες για την μη άμεση ικανοποίηση
του εύλογου και δίκαιου αιτήματος του Μελετίου, το βλέμμα του είχε «καρφωθεί»
στον ορίζοντα, εκεί όπου χανόταν οπτικά η ερευνητική ομάδα, στην πορεία της
προς την Μάνδρα.
Εν τω μεταξύ,
ο Σταυρολινάρδος, είχε ξαναρχίσει τα σκουξίματα, τις διαμαρτυρίες και τις κούφιες απειλές του,
πράγμα, το οποίο λειτούργησε προς υπενθύμιση της ύπαρξης του, εντός του ελεφαντοτόμαρου
φόρτου, που η ερευνητική ομάδα, δια του υπηρεσιακιού κάρου μετέφερε.
Φθάνοντας
στην άπατη λάκκα της Κουκούνεζας με τα ηλεκτροφόρα χέλια και αφού ο Μοχθηρός αξιολόγησε
και εκτίμησε, ότι ο φόνος της γραφέως, αποτελούσε κρίκο της μυστηριώδους αλυσίδας
ομοίων αποτρόπαιων πράξεων ενός δράστη, προσέφερε ισχυρό άλλοθι στον απαχθέντα
αρχιεπιστάτη, η ομάδα αποφάσιε να τον ξεφορτωθεί. Αρχικά, ο Νικόλαος, με κομψές
κινήσεις των ευλυγιστών δακτύλων του, έλυσε την τεχνικώς άρτια περίδεση του
ελεφαντοοτόμαρου και στην συνέχεια ο Βαρβάς, με ένα σαρακήνικο δίκοπο λεπίδι
απέκοψε τα δεσμά του Σταυρολινάρδου. Στην συνέχεια ακολούθησε ένα δυνατό
λάκτισμα, που επέφερε ο τραχύς υποδεκανέας, στο οπίσθιο μέρος του σώματος του
αρχιεπιστάτη, ο οποίος, ανήμπορος να αντιδράσει, έπεσε στα γαλαζοπράσινα παχίρρευστα
υγρά της λάκκας. Αμεσως άρχισε και πάλι να σκούζει: - Που με πετάξατε ρεεεεεεεεεε; Θα σας πεθάνω καθάρματα……….ξέρετε ποιος
είμαι εγώ;……Ξέρετε ποιος είναι ο αφέντης μου; Ρεεεεεεεεεεεε.-
Ο Μοχθηρός,
επιδεικνύοντας υψίστου επιπέδου ανθρωπιστική διάθεση και μη θέλοντας να έχει τύψειις,
πράγμα που ουδόλως κατά τα λοιπά τον χαρακτήριζε, έριξε εντός της λάκκας, ένα
παραφουσκωμένο αλεποτόμαρο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως σωσίβιο για τον
πλήρως ατυχήσαντα επιστάτη.
Η ομάδα
έφθασε στην πόλη της Μάνδρας και διασχίζοντας με μέση ταχύτητα τον κεντρικό
δρόμο αυτής, έφθασε στο διοικητήριο του Θέματος. Στην είσοδο τους υποδέχθηκαν,
δύο μέλη της φρουράς των κατάφρακτων ιππέων, οι οποίοι αφού έλεγξαν τα σχετικά
νομιμοποιητικά έγγραφα, της επέτρεψαν την είσοδο. Το κτίριο ήταν σχεδόν άδειο,
από άρχοντες, γραφείς και θαλαμηπόλους, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τα όσα οι
φρουροί ανέφεραν, οφειλόταν στο ότι είχαν μεταβει σχεδόν όλοι προς υποδοχή του,
εκ Κωνσταντινουπόλως, ορμωμένου Κουροπαλάτη του Αυτοκράτορος Αθανασίου του
Βουρός.
Στον πρώτο
όροφο του διοικητηρίου και στο Θεματικό γραφείο, είχε ήδη αφιχθεί ο Ευστάθιος,
ο οποίος αντί για όψιμο πρωινό απολάμβανε κατά την στιγμή εκείνη τη βρώση ενός
αρνίσιου κεφαλιού, το οποίο με μαεστρία ξεκοκάλιζε.
Η ομάδα
φθάνοντας στον χώρο υποδοχής του Θεματικού γραφείου, έγινε δεκτή, από την εκεί
ευρισκόμενη Σωτηρία των Αργυρών, την ικανότατη διαχειρίστρια του
θησαυροφυλακείου του Θέματος. Η Σωτηρία κατά το γενόμενο αυτό συναπάντημα
ουδόλως έκρυψε το αίσθημα δυσφορίας, που αμέσως την κατέκλυσε. Συγκρατώντας τον
εαυτό της, και ενώ μελετούσε τα νομιμοποιητικά έγγραφα, με ύφος αγριωπού
καρεκλοκένταυρου είπε προς τον μοχθηρό:
- Να ξέρετε ότι όχι απλά η παρουσία σας, αλλά
ακόμη και αυτή η ύπαρξή σας επιβαρύνει τον θεματικό προυπολογισμό . Είσθε
αντιπαραγωγικά στοιχεία και θα φροντίσω αυτοπροσώπως για την διαγραφή κάθε
επιβαρυτικού κονδυλίου, που αφορά την
σίτιση και την ενδιαίτησή σας. Επίσης,
λόγω της θρασύτητας τόσο της δικής σας όσο και της απίστευτα προκλητικής
τούρμας, που εκπροσωπείτε θα περιορίσω
την χρηματοδότηση των Ερυθρών, σε ανάξια λόγου και αναφοράς λογιστικά ψίχουλα,
θα……………….
Στις,
τεχνοκρατικού περιεχομένου, προειδοποιητικές παρατηρήσεις, της ευγενούς
Σωτηρίας, ο Βαρβάς, προδίδοντας κατάφωρα την κοινωνική και φυλετική του καταγωγή, απάντησε
με ένα χαρακτηριστικό βροντώδες, ακανόνιστου ως προς την ηχητική του ροή,
ρέψιμο.
Απηυδησμένη
από την αχαρακτήριστη συμπεριφορά του χαμερπούς υποδεκανέως, η Σωτηρία σηκώθηκε
από το λιτό γραφείο της, ζητώντας από την ομάδα να την ακολουθήσει στην είσοδο
του γραφείου του Ευσταθίου.
Ο Ευστάθιος
συνέχιζε απτόητος την καταβρόχθιση του προβατίσιου κρανίου, όταν, κατά την στιγμή,
που κατέβαλε επίμοχθες προσπάθειες να αποσπάσει το δεξί οφθαλμό, ρωφώντας μετά μανίας την αντίστοιχη κόγχη του
κρανίου του ατυχούς αμνού, κτύπησε η πόρτα.
-Ποιός είναι τέτοια ώρα; Ποιος κιαρατάς με
ενοχλεί και αποπειράται να με περισπάσει;
Αμέσως,
άνοιξε η θύρα εισόδου, και εμφανίσθηκε όχι μόνον η προσφιλής Σωτηρία, αλλά και
η θλιβερή τριμελής κουστωδία, που αυθαιρετώντας και ενεργώντας ενάντια σε κάεθε
εθιμοτυικό κανόνα εισήλθε στον χώρο.
Ο Ευστάθιος
ξαφνιάστηκε, φυσικά δυσάρεστα, και είπε: -
Πωπω ….πρωί πρωί ήταν ανάγκη να δώ αυτές τις κακόγουστες μουτσούνες; Τι θέτε
ρε; Να ξέρετε ότι γνωρίζω, και μάλιστα με ακρίβεια τι πάτε και σκαρώνετε σε όλη
την επικράτεια του Θέματος. Η θρασύτητα σας, αλλά και κυρίως αυτών, που σας
εξουσιοδότησαν για τις καταχρηστικές, δήθεν ανακριτικές ενέργειες σας, δεν θα
μείνει ατιμώρητη. Θα πρέπει να μάθετε να
συμμορφώνεστε με τις αποφάσεις του Θέματος. Θα πρέπει να μάθετε επιτέλους να
πληρώνετε και για το νερό, που πίνετε και για τα σκατά, που βγάζετε από τα άθλια
σωθικά σας. Θα πρέπει να……..
Ο Ευστάθιος
δεν μπόρεσε να συνεχίσει την ροή του λόγου του, ο οποίος καταφανώς δεν
αναφερόταν μόνον στην ανακριτική δράση
των παρισταμένων, αλλά και στην στάση της τούρμας των Ερυθρών έναντι των
δημοσιονομικής πολιτικής του Θέματος, όταν άνοιξε διάπλατα και απότομα η θύρα
της εισόδου του γραφείου. Αμέσως στον χώρο εισέβαλε μαινόμενος ο
Πανωλιασκούνδος ο Νορμανδός, αναμαλλιασμένος, κατακόκκινος και εν γένει σε
κατάσταση απίστευτης αλλοφροσύνης.
- Εδώ είστε ειδεχθή θρασίμια, ρυπαροί
χαμαιλέοντες και τιτιβίζουσες όρνιθες, είπε ο Νορμανδός, απευθυνόμενος στην
ομάδα.
- Μα τι επιτέλους συμβαίνει σε δαύτους;
Ρώτησε ο Ευστάθιος, απυεθυνόμενος στον Πανωλιασκούνδο.
Ο Νορμανδός,
αρπάζοντας την ευκαιρία, άρχιζε να ιστορεί με γαλατική ευφράδεια και με φραγκική
ακρίβεια, τα συμβάντα στους αμπελώνες της Οινόης αναφερόμενος στις
συγκεκριμένες πράξεις ταπείνωσης, που είχε υποστεί ο ίδιος και ο αξιαγάπητός
του αρχιεπιστάτης.
Με την
ολοκλήρωση της δραματικής αφήγησης, ο Ευστάθιος σε έξαλλη κατάσταση φωνασκούσε
: - Τι λέτε ρε; Κάνατε τέτοια πράγματα
στον άρχοντα της Οινόης; Αγγίξατε με τα βρωμερά σας χέρια του μέγα στήριγμα του
Θέματος και τους ανθρώπους τους…..Θα
ισοπεδώσω την βρωμόπολή σας, που
ζέχνει μπαγιάτική κλανίλα……….Φύγετε από δω ρεεεεεεεεε……φύγετε και στην
συνέχεια πέταξε με δύναμη ότι είχε απομείνει από το επιμελώς μασουλημένο αρνίσιο
κεφαλάκι προς τον Νικόλαο, ο οποίος όμως με μία περισπούδαστη σωματική κίνηση Ιβηρος
ακροβάτου το απέφυγε.
Οι φωνές του
Ευσταθίου ήταν τόσο δυνατές, που αναστατώθηκε όλο το διοικητήριο. Αμέσως
έσπευσαν στον χώρο του γραφείου, η Σωτηρία και άλλοι γραφείς, αλλά και η αρχόντισσα
Ευαγγελία των Χωλών Δήμων. Η Ευαγγελία, μόλις εισήλθε στο γραφείο, απομάκρυνε
το χρυσοποίκιλτο πέπλο και, που έφερε επί της ακτινοβόλου κεφαλής της και με
ανήσυχο ύφος ρώτησε : Μα τί επιτέλους
συμβαίνει εδώ;
Η Ευαγγελία
διαπιστώνοντας την παρουσία της ομάδας και κυρίως την σύνθεσή της, κατακλύσθηκε
σε τέτοιο βαθμό από το αίσθημα της απέχθειας και της αηδίας, που αφού έχασε την
επαφή της με το περιβάλλον, στην συνέχεια, χάνοντας περαιτέρω και το σύνολο των
ευγενών αισθήσεών της, κατέπεσε λιπόθυμη, στο στρωμένο από πλάκες δοντιών
θυληπρεπών ελεφάντων, δάπεδο του γραφείου……..

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου