ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11. ΣΤΟΥΣ ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΟΙΝΟΗΣ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11. ΣΤΟΥΣ ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΤΗΣ ΟΙΝΟΗΣ

              

Οινόη 27η Ιανουαρίου 1080

Ωρα 12:00



Παίρνοντας το δρόμο για την Οινόη, η ερευνητική ομάδα, διέκοψε την πορεία της, θέλοντας από το βράδυ της προηγούμενης ημέρας ξαποστάσει στο πανδοχείο του Σοφού. Αφού πήραν ένα βαθύ πολύωρο ύπνο, είχαν σηκωθεί και σε κατάσταση ευθυμίας και ευφορίας απέλαυαν το πρωινό τους, που με πνεύμα φιλικής στοργής και φιλοξενίας, τους είχε ετοιμάσει ο πανδοχέας. Μάτια θαλερής πέρκας, εντόσθια έμβρυου αγριογούρουνου, φέτες ψωμιού από βιλιώτικο σιμιγδάλι, άπαχο βούτυρο καμήλας και μαρμελάδα από καρπούς βρωμόδενδρου, καταλάμβαναν, και μάλιστα με υπερκάλυψη, τα πιάτα του πρωινού.



Δεν είχαν αποτελειώσει ακόμη το πρωινό τους γεύμα, όταν το υπηρεσιακό ταχυδρομικό κοράκι της τούρμας των Ερυθρών, τους κόμισε τα κακά μαντάτα για το τρίτο φονικό. Το γεγονός αυτό λειτούργησε καταλυτικά για την διάθεση των μελών της ομάδας, τα οποία ανήσυχα και προβληματισμένα, πήραν χωρίς καμία χρονοτριβή τον δρόμο για την πύλη της Οινόης.



Η τούρμα της Οινόης δεν διέθετε ούτε στρατοχωροφυλακή, ούτε στοιχειωδώς κάποια φρουρά για την διαφύλαξη τόσο των συνόρων της, όσο και της έννομης τάξης. Οι υπήκοοι της τούρμας αυτής ασκούσαν, εκ περιτροπής, καθήκοντα φύλαξης, ενδυόμενοι μία υπηρεσιακή προβιά και μία ποιμαντική, ακανόνιστου σχήματος ξύλινη ράβδο, δηλαδή γκλίτσα.



Η διέλευση της ομάδας διεκπεραιώθηκε απαρακώλυτα και χωρίς πολλές γραφειοκρατικές διατυπώσεις και ο εκεί ευρισκόμενος εθελοντής φρουρός, ενεργώντας σε καθεστώς απόλυτης σιωπής,  άνοιξε την πύλη εισόδου.



Η τούρμα της Οινόης είχε ως διοικήτρια της, την Σεβαστή Κρικία, πρόσωπο άξιο και ικανό ως προς την διαχείριση των καθημερινών υποθέσεων των υπηκόων της, της οποίας, όμως οι, κατά τα λοιπά, εξουσίες ήταν λίαν περιορισμένες.



Τούτο οφειλόταν στην εκεί επιβλητική καικοινωνικά αποδιαρθρωτική παρουσία του φοβερού στην όψη και βαρβάρου στα ήθη Νορμανδού Πανωλιασκούνδου. Ο Πανωλιασκούνδος, διαθέτοντας αμέτρητα καφάσια με χρυσάφι, είχε προβεί σε αγορές απέραντων εκτάσεων, τις οποίες καλλιεργούσε με αμπέλια. Τόσο στον αμπελώνα, όσο και στο οινοποιείο του Πανωλιασκούνδου, απασχολούνταν χιλιάδες εργάτες, κάτω από τις ατιμωτικές προσταγές των επιστατών του, οι οποίοι ολημερίς λίκνιζαν μαστίγια με πρωτοφανή σαδιστική διάθεση σε βάρος των απασχολούμενων. Επικεφαλής της δράκας των επιστατών του Πανωλιασκούνδου, ήταν ο πλέον αδίστακτος παλληκαράς της περιοχής, ο τρομερός Σταυρολινάρδος.



Ο Πανωλιασκούνδος, δεν διατηρούσε, ως απασχολούμενο σ΄αυτόν προσωπικό, μόνον τους άτυχους εργάτες και τους επιβλέποντες αυτούς επιστάτες. Απασχολούσε περαιτέρω, ως ιδιωτική φρουρά και έφιππους Νορμανδούς, οι οποίοι έσπερναν τον τρόμο στους υπηκόους της Οινόης. Τα φρικαλέα αυτά όντα, ενεργώντας  επ΄όνόματι, κατ΄εντολή και για λογαριασμό του Πανωλιασκούνδου. Επέβαλαν με τον δικό τους τρόπο το νόμο και την τάξη, δικάζοντας, καταδικάζοντας και εκτελώντας δια στραγγαλισμού κάθε απείθαρχο υπήκοο.



Ο Πανωλιασκούνδος προερχόταν γενετικά από τους Βικινγκς, ήταν εμπλουτισμένος με στοιχεία μεροβιγγείου πολιτισμού, που συσσωμάτωνε τα ήθη και τα έθιμα των Φράγκων με γερμανικές καταβολές και των Γαλατών με ρωμαικές επιρροές.



Η ερευνητική ομάδα κινήθηκε αρχικά προς το τοπικό διοικητήριο της τούρμας, όπου η Κρικία, υποδεχόμενη με ευγένεια και χαρά  αυτήν, τους έρανε με κοτσάνια πρώιμης παπαρούνας, φύλλα ακάνθου και μπιρμπιλόνια. Μετά το πέρας της γενομένης αυτής θερμής υποδοχής, η ερευνητική ομάδα κινήθηκε προς την περιοχή των αμπελώνων του φοβερού Νορμανδού. Ενώ είχαν ήδη εισέλθει, δια της εκεί διανοιχθείσας αγροτικής οδού, στον βορειοδυτικό αμπελώνα, αντίκρυσαν ένα αποκρουστικό θέαμα. Ενας άνθρωπος σχεδόν γυμνός, ενδεδυμένος μόνον με την παραδοσιακή κοντή βράκα σε χρώμα μπορντώ, στεκόταν, σε λιπόθυμη κατάσταση, δεμένος σε ένα στύλο, κατασκευασμένο από ξύλο πικραγγουριάς. Ο άνθρωπος αυτός, που έφερε έντονα τα ίχνη των βασανιστήρίων στο ακατέργαστο σώμα του, έγινε αντικείμενο μακροσκοπίκης αυτοψίας από την ομάδα προκειμένου να εξακριβωθεί η ταυτότητα του και η αιτία του ανείπωτου μαρτυρίου του. Στην εξακρίβωση των στοιχείων αυτών συνέβαλε καθιριστικά το κείμενο μία ξύλινης πλάκας, στην οποία με ανορθρόγραφα ορνιθοσκαλίσματα επί λέξει αναφερόταν:

« Ιμαι ο Μπέκας τον Ηρακλέων. Ηχα το θράσως να φτιάξο κε εγό αμπέλι, ενάντια στη θαίλισι του άρχωντα. Για το λώγο αφτόν δίκεα τυμορούμε».



Ενώ τα μέλη της ερευνητικής ομάδας εξακολουθούσαν να αντικρύζουν το ελεεινό αυτό θέαμα, ακούσθηκε μία τραχειά και τρομακτική φωνή :

­- Ποιοι είστε ρε;……τι θέτε μεσ’ τα ξένα χωράφια……….αφήστε τον βασανισμένο στην ησυχία του……….;



Η φωνή αυτή δεν ήταν άλλη από την φωνή του σκαιότατου Σταυρολινάρδου, ο οποίος είχε αιφνιδιαστικά προβάλλει από τα βάθη του αμπελώνα. Φορούσε μακρύ τσόχινο χιτώνα εργασίας και αγροτικές γαλότσες και κράδαινε απειλητικά στο δεξί του χέρι μαστίγιο με ιμάντες δέρματος από μαύρο κουνάβι.

­- Θα σας πάρω και θα σας ρίξω στο ρέμα κοπρόσκυλα του κιαρατά….. συνέχισε να κραυγάζει ο αρχιεπιστάτης με αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο και  με έκδηλη αλλοφροσύνη.



Στην τελευταία φράση του, ο Βαρβάς, έμπλεος αγανάκτησης και θυμού, αφού απόθεσε το χαλινάρι των αλόγων του υπηρεσιακού κάρου, αντέδρασε λέγοντας – Θα πάρεις ετούτα εδώ…..­  δείχνοντας με προκλητικό τρόπο την περιοχή των γεννητικών του οργάνων.



Ακολούθησαν στιγμές ψυχικής εξαλλοσύνης και απροσμέτρητης βίας. Ο αρχιεπιστάστης κινήθηκε απειλητικά προς το κάρο με σκοπό να αρπάξει και να ρίψει από αυτό, τον Βαρβά. Ο Βαρβάς αντιλαμβανόμενος την λίαν επιθετική και επικίνδυνη κίνηση του Σταυρολινάρδου, ορθώθηκε επί του κάρου και ως αρπακτικό πτηνό εξ ουρανού επέπεσε επ΄αυτού. Στην συνέχεια τα αντιμαχόμενα αυτά πρόσωπα ενεπλάκησαν σε, μεταξύ τους πάλη, ανταλλάσοντας μεταξύ τους ακατανόμαστες ύβρεις που αφορούσαν στην κακή  ποιότητα της ηθικής υπόστασης μελών των οικογενειών τους.



Μέσα στην ταραχή αυτή και ως απομηχανής θεός ανεφάνη ο Πανωλιασκούνδος. Φορούσε παραδοσιακό νορμανδικό γούνινο μανδύα, μακρυές αραχνούφαντες κάλτσες πορφυρού χρώματος και σανδάλια από τομάρι σκύλου Αλσατίας.



­- Τι συμβαίνει εδώ …………..σταματήστε επιτέλους……θέλω να μάθω τι συμβαίνει ………..ενώ περαιτέρω, μη λησμονώντας τα δολερά πλήγματα, που του είχε επιφέρει στην κοινωνικο-πολιτική, δημόσια ζωή του, στο παρελθόν ο Κουτσολέων, είπε προς προς αυτόν:



-         Τι θες στα χωράφια μου μπάσταρδε;



Ο Μοχθηρός, αντιπαρερχόμενος τον χαρακτηρισμό αυτόν, συγκρατώντας την ψυχραιμία του, είπε με πλεονάζοντα επαγγελματισμό :



-Διεξάγουμε ανακριτικές πράξεις άρχοντα για τον εντοπισμό των δραστών πρόκλησης επιδημίας και φόνων, που έχουν λάβει χώρα στην τούρμα των Ερυθρών. Ιδού και τα εξουσιοδοτικά έγγραφά μας, που φέρουν την υπογραφή του αξιοσέβαστου τουμάρχη μας Δημητρίου του Βάλα…………..



-Τι;…………. τόλμησε αυτό το κτήνος να στείλει ανθρώπους να με ανακρίνουν …….ξέρεις ποιος είμαι εγώ βρε γλοιώδη γυμνοσάλιαγκα; Ξέρεις τι θα σου κάνω εγώ ρε μοχθηρή σαβούσα;  Αποκρίθηκε με θυμό ο Νορμανδός.



Κατανοώντας ο Μοχθηρός ότι ο βάρβαρος Νορμανδός και ο θλιβερός αρχιεπιστάτης του δεν παίρνουν από λόγια, αφού κατέβηκε από το άλογό του, έκανε προς τον Βάρβα και τον Νικόλαο νεύμα προς κατά  μέτωπο επίθεση.



Ο Βαρβάς, ενεργώντας αμέσως, αφού πάτησε το μικρό δάκτυλο του δεξιού ποδιού του αρχιεπιστάτη, ακινητοποίησε αυτόν, ενώ ο Νικόλαος με τον Μοχθηρό έθεσαν εκτός σωματικής αντίδρασης τον Νορμνανδό, πέφτοντας επ΄αυτού με τα σώματά τους. Στην συνέχεια και χωρίς να γίνει αντιληπτό από οποιονδήποτε τρίτο, η ομάδα έδεσε και τους δύο σε ένα γιγαντιαίο κουτσουμπέλι και τους φίμωσε τα, εκπέμποντα δυσώδη κι απόκοσμη οσμή, στόματά τους. Μόλις ολοκληρώθηκε η ενέργεια αυτή ο Μοχθηρός, έδωσε κοφτή, πλήν όμως ρητή και σαφή διαταγή: - Φέρτε τώρα το τσαρούχι.



Ο Νικόλαος, αυτήν την φορά είχε το θλιβερό καθήκον να δοκιμάσει το τσαρούχι στο δεξί πόδι του Νορμανδού. Αφού του έβγαλε την κάλτσα και το σανδάλι, δοκίμασε την εφαρμογή του τσαρουχιού στην τριχωτή ποδάρα του αλλοδαπού κτηματία. Η επιχείρηση  εφαρμογής του τσαρουχιού κατέστη άκαρπη δεδομένου ότι το πόδι του Πανωλιασκούνδου, ήταν τερατώδες για το μέγεθος του συγκεκριμένου υποδήματος.



Μόλις διαπιστώθηκε αυτό, ο Νικόλαος με ταχύτητα αφρικανικού τσιτάχ, μετέβη προς το μέρος του αρχιεπιστάτη. Αφού του αφαίρεσε την αγροτική γαλότσα και υπομένοντας μία πρωτοφανή σε μπόχα ποδαρίλα, αποπειράθηκε να εφαρμόσει το τσαρούχι στο δεξί πόδι του Σταυρολινάρδου. Αυτή την φορά η απόπειρα ως προς την έκβαση της, στέφθηκε με επιτυχία καθώς το τσαρούχι εφάρμοσε με τρόπο, που αγγιζε την τελειότητα, το πόδι του αρχιεπιστάτη.



Στη συνέχεια ο Μοχθηρός, αφού τον ξεφίμωσε, έδωσε στον Σταυρολινάρδο, να πιεί ένα υγρό σε χρώμα κίτρινο, το οποίο δεν ήταν άλλο παρά ένα αναισθητικό, που είχε παρασκευάσει ειδικά για όμοιες ή ανάλογες περιστάσεις ο Αναστάσιος ο Βοτανοσυλλέκτης. Μόλις τέθηκε εκτός σωματικής λειτουργίας ο Σταυρολινάρδος έλαβαν και έθεσαν αυτόν εντός του υπηρεσιακού ελεφαντοτόμαρου. Με περίτεχνες κινήσεις, τα μέλη της ομάδας, αφού εφώλευσαν το ακίνητο κορμί εντός του τομαριού, ανέβασαν αυτήν την ιδιόμορφη παραγεμισμένη μπόλια στο κάρο. Ο Μοχθηρός στην συνέχεια έδωσε σήμα αναχώρησης από το σημείο της αρπαγής αυτής και η ερευνητική ομάδα έσπευσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς την συνοριακή γραμμή Οινόης – Μάνδρας.



Μετά από μισή ώρα, και ενώ καθ΄όλη την διάρκεια του εν λόγω χρονικού διαστήματος, ο Πανωλιασκούνδος, όντας φιμωμένος έσκουζε υπόκωφα, πλην όμως μάταια, δεδομένου ότι ουδείς αφουγκραζόταν τις ηχητικά πνιγηρές οιμωγές του, εμφανίσθηκε να προσέρχεται  ένα κάρο. Το κάρο οδηγούσε ο αρχιθαλαμηπόλος του Θέματος, Ευγένιος, ο οποίος σταστισμένος από το θέαμα του ανήμπορου να αντιδράσει Νορμανδού, διεκοψε την πορεία του, κατέβηκε από το κάρο και έλυσε αυτόν.



Που είσαι ρε καραγκιόζη ………… γιατί άργησες ; Μα έκλεψαν οι κουφάλες τον Σταυρολινάρδο μας.



Ο Ευγένιος, ο οποίος είχε μεταβεί στον αμπελώνα προκειμένου να παραλαβει ποσότητες οίνου, που είχαν παραγγελθεί από τον Θεματάρχη, είπε λιποψυχώντας – Να άργησα άρχοντα………κάτις μου έτυχε στο δρόμο…..



Μη ικανοποιημένος από την ως άνω παροχή εξηγήσεων, ο Νορμανδός, αφού χαστούκισε με το ανάποδο της γιγαντιαίας παλάμης του τον αρχιθαλαμηπόλο του είπε:

­- Και γιατί ρε μασκαρά έρχεσαι με το κάρο με κατεύθυνση από την τούρμα των βρωμόκωλων των Ερυθρών και όχι από την πόλη της Μάνδρας………



Ο Ευγένιος, επιδεικνύοντας δουλική αμηχανία, αλλά και έκπληξη  απέφυγε να αποκριθεί στρην εύγη απορία του δυτικού γαιοκτήμονος………………..

               


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14. ΘΡΗΝΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18. ΜΙΣΟΦΑΓΩΜΕΝΗ ΠΕΣΚΑΝΔΡΙΤΣΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17. ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΛΕΜΟΥ & ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ